ὑπαπέρχομαι Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑπαπέρχομαι, = foreg., Ael. NA 11.33. ὑπ·απέρχομαι [ῠᾰ] c. le préc. El. N.A. 11, 33. ὑπαπέρχομαι, (ἔρχομαι), = ὑπάπειμι, Ael. H.A. 11.33.