ὑπερώτατος
ὑπερώτατος, η, ον, poet. Sup. for ὑπέρτατος (q. v.).
ὑπερώτατος, η, ον, c. ὑπέρτατος, Pd. N. 8, 73.
ὑπερώτατος, poet. = ὑπέρτατος, Pind. N. 8.43.
ὑπερώτατος, η, ον
poetic for ὑπέρτατος, Pind.