ὑπερώδυνος Save ὑπερώδυνος, very painful LSJ Grieks Nederlands Pape ὑπερώδῠν-ος, ον, very painful, Hp. Liqu. 1. ὑπερ-ώδυνος -ον [ὀδύνη] zeer pijnlijk. ὑπερώδυνος, = ὑπερόδυνος, Suid.