About Report a problem

Menu

ὑπεσταλμένως

ὑπεσταλμένως, obscurely

ὑπεσταλμένως, Adv., (ὑποστέλλω)
  • obscurely, ἀλληγορῆσαι Heraclit. All. 29; opp. μετὰ παρρησίας, Sch. S. Aj. 82.

Saved

Recent