Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑπηρετεία
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑπέωρος
ὑπήβολος
ὑπηέριος
ὑπηθέω
ὑπήκοον
ὑπήκοος
ὑπήκουον
ὑπήλατος
υπήλατος
ὑπήλθετε
ὑπηλιφής
ὑπήλυθε
ὑπημάτιος
ὑπημύω
ὑπήνεικα
ὑπήνεικαν
ὑπηνέμιος
ὑπήνεμος
ὑπήνη
ὑπηνήτης
ὑπηνόβιος
ὑπηοῖος
ὑπήρατος
ὑπηργμένος
ὑπηρέα
ὑπηρεάζω
ὑπηρέμα
ὑπήρεμα
ὑπηρεσία
ὑπηρέσιον
ὑπηρετεία
ὑπηρετεύω
ὑπηρετέω
ὑπηρέτημα
ὑπηρέτης
ὑπηρετησία
ὑπηρέτησις
ὑπηρετητέον
ὑπηρετητέος
ὑπηρετικός
ὑπηρέτις
ὑπηρέτρια
ὑπήριπε
ὑπήριπον
ὑπῆρξα
ὑπῆσαν
ὑπήσω
ὑπήτιον
ὑπήτριον
ὑπηχέω
ὑπήχησις
ὑπηῷος
ὑπιδέσθαι
ὑπιέναι
ὑπίημι
ὑπίλλω
ὑπιλλωπέω
ὑπινέω
Ὕπιος
ὔπισθα
ὐπίσσω
…
ὑπηρετεία
Save
LSJ
ὑπηρετ-εία, ἡ,
= ὑπηρεσία II.1, μακάρων
App.Anth.
2.263.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}