About Report a problem

Menu

ὑπομονητέος

ὑπομονητέος, one must sustain, abide, endure

ὑπομονητέος, ὑπομονητικός, ὑπομονητός, v. ὑπομενετέος, ὑπομενετικός, ὑπομενετός.

Saved

Recent