ὑπομονητέος
ὑπομονητέος, one must sustain, abide, endure
ὑπομονητέος, ὑπομονητικός, ὑπομονητός, v. ὑπομενετέος, ὑπομενετικός, ὑπομενετός.
ὑπομονητέος, α, ον, c. ὑπομενετέος, DL. 7, 126.
ὑπομονητέος, = ὑπομενετέος, zu ertragen, DL. 7.126.