ὑπομονητικός Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ὑπομονητικός, ή, όν, c. ὑπομενετικός, Hpc. 22, 3 ; Arstt. Virt. et vit. 5. ὑπομονητικός zie ὑπομενετικός. ὑπομονητικός, ή, όν, = ὑπομενητικός, Arist. virt. et vit. 5.