ὑποπεπτηῶτες
ὑποπεπτηῶτες, Ep. pf. part. of ὑποπτήσσω (q.v.).
ὑποπεπτηῶτες, v. ὑποπτήσσω.
ὑποπεπτηῶτες
nom. pl. masc. pf. pple. ὑποπτήσσω.
ὑποπεπτηῶτες : see ὑποπτήσσω.
nom. pl. masc. pf. pple. ὑποπτήσσω.