Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποστρεπτικῶς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποστήριγμα
ὑποστηρίζω
ὑποστήτω
ὑποστιγμή
ὑποστίζω
ὑποστικτέον
ὑποστίλβω
ὑποστιμμίζω
ὑπόστιφρος
ὑποστολεύς
ὑποστολή
ὑποστολίζω
ὑποστολικός
ὑπόστολοι
ὑποστόμια
ὑποστοναχίζω
ὑποστορεῖτε
ὑποστορέννυμι
ὑποστόρεσμα
ὑποστόρνυμι
ὑποστοχάζομαι
ὑποστραβαινίζω
ὑπόστραβος
ὑποστρατεύομαι
ὑποστρατεύω
ὑποστρατηγέτης
ὑποστρατηγέω
ὑποστράτηγος
ὑποστρατοφύλαξ
ὑποστρεπτέον
ὑποστρεπτικῶς
ὑποστρέφω
ὑποστροβέω
ὑποστρόγγυλος
ὑποστροφάς
ὑποστροφή
ὑπόστροφος
ὑποστροφώδης
ὑπόστρυφνος
ὑπόστρωμα
ὑποστρώμνιος
ὑποστρώννυμι
ὑποστρωννύω
ὑπόστρωσις
ὑποστρωτέον
ὑποστύλιον
ὑποστυλισμός
ὑποστυλόομαι
ὑπόστυλος
ὑποστυλόω
ὑποστύλωμα
ὑπόστυφος
ὑποστύφω
ὑπόστυψις
ὑποσύγγραφος
ὑποσυγκόπτω
ὑποσυγχέω
ὑποσυγχρίω
ὑποσυγχύνω
ὑποσύγχυτος
ὑποσυλάω
…
ὑποστρεπτικῶς
Save
LSJ
ὑποστρεπ-τικῶς, Adv.
= ὑποτροπάδην, Sch.
Opp.
H.
1.636.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}