ὑποσύγχυτος
ὑποσύγχυτος, confused
ὑποσύγ-χῠτος, ον,
- confused, Ph. 1.440. Adv. -τως ib. 180, Phot.
ὑποσύγχυτος, ος, ον [χῠ] un peu confus, Phil. 1, 440.
Étym. ὑποσυγχέω.
ὑποσύγχυτος, adj. verb. von ὑποσυγχέω, etwas verwirrt, Sp.