ὑποστροβέω
ὑποστροβέω, to agitate inwardly
ὑποστροβέω,
- agitate inwardly, ὑπʼ αὖ με δεινὸς ὀρθομαντείας πόνος στροβεῖ A. Ag. 1215.
ὑποστροβέω
- to agitate inwardly, Aesch.