ὑφαντοποιέομαι
ὑφαντοποιέομαι, weave a web
ὑφαντο-ποιέομαι, Med.,
- weave a web, gloss on σκευωρούμενον, Sch. D. 9.17 (vol. viii p.186 Dindorf).
ὑφαντοποιέομαι, weave a web