ὑφαλικός Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑφᾰλικός, v.l. for ὕφαλμος in Dsc. 3.136: cf. ὑφαλυκός. ὑφ·αλικός, ή, όν [ᾰ] un peu salé, Hpc. Aër. 284. Étym. ὑπό, ἅλς. ὑφαλικός, ή, όν, etwas salzig, Hippocr.