Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠδινηρός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὤβρατο
ὦγαθέ
ὠγαθέ
ὤγανον
ὠγένιος
Ὤγενος
ὠγή
ὡγινόμοι
ὤγκωσα
ὠγμός
Ὠγυγία
Ὠγυγίη
Ὠγύγιος
ὠγύγιος
Ὤγυρος
ὡγώ
ᾠδάριον
ὧδε
ᾤδεε
ὥδεθεν
ᾨδεῖον
ᾠδεῖον
ὠδέν
ᾠδή
ὡδί
ᾠδικός
ᾠδικῶς
ὠδίν
ὠδινάω
ὠδίνημα
ὠδινηρός
ὠδίνησις
ὠδινολύτης
ὠδίνω
ὠδίς
ὠδόν
Ὠδονίηθε
ᾠδοποιός
ᾠδός
ὡδόσα
ὠδύρατο
ὠδύσαο
ὠδύσατο
ὠδυσίη
ὤδυσις
ὠδώδει
ὠδώδειν
Ὥδωνις
ὠέ
ᾠειδής
ὤεον
Ὠερόη
ᾤετο
ᾠζυρά
ὤζω
ὠή
ᾠήθην
ὤθεσκε
ὠθέω
ὤθησις
ὠθιακά
…
ὠδινηρός
Save
Pape
ὠδινηρός
, [ῑ],
mit Wehen, Schmerzen behaftet, schmerzhaft
, Arist., zw.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}