ὠθέω
ὠθέω, ὠθέω, push, shove (verb)
- thrust, push,
- I mostly of human force, as of Sisyphus, σκηριπτόμενος χερσίν τε ποσίν τε λᾶαν ἄνω ὤθεσκε ποτὶ λόφον he kept pushing it . ., Od. 11.596, cf. 599; ἀπὸ εἷο τράπεζαν ὦσε ποδὶ πλήξας 22.20; [ἔγχος] ὑπὲκ δίφροιο pushed it away from . ., Il. 5.854; ἂψ ἐς κουλεὸν ὦσε ξίφος 1.220; τοῖσι δʼ ἀπʼ ὀφθαλμῶν νέφος ἀχλύος ὦσεν Ἀθήνη 15.668; τὸν δὲ Ζεὺς ὦσεν ὄπισθε χειρί ib. 694, cf. 13.193; ὦσαί [τινα] ἀφʼ ἵππων 5.19; ἀφʼ ἵππων χαμᾶζε ib. 835, etc.; so ὦσαι ἑωυτὸν ἐς τὸ πῦρ rush into the fire, Hdt. 7.167; ὠ. τινα ἐπὶ κεφαλήν throw him headlong down, Pl. R. 553b (Pass., ὠθέεσθαι ἐπὶ κ. Hdt. 7.136); ὠ. τινα ἐπὶ τράχηλον Luc. DMort. 22[27].1; πετρῶν ὦσαι κάτω E. Cyc. 448, cf. Pl. Phdr. 229c; εἰς λιθοτομίας D. 53.17: freq. of weapons, ὠ. ξίφος διʼ ἀμφοτέρων thrust it through both, Hdt. 3.78; τεκούσης ἐς σφαγὰς ὦσαι ξίφος E. Or. 291; διὰ μέσου αὐχένος ὠθεῖ σίδηρον Id. Ph. 1458; φάσγανον διʼ ἥπατος Id. Med. 379; ξίφος πρὸς ἧπαρ Id. Hel. 983; δαλοῦ κώπην ἔσω βλεφάρων Id. Cyc. 485 (anap.), cf. 636; ἐκ μηροῦ δόρυ ὦσε θύραζε forced it out from the thigh, Il. 5.694; τὸ ἱμάτιον ὦσαι εἰς τὸ στόμα stuff it into his mouth, Thphr. Char. 2.4: τὴν θύραν ὠθεῖ forces the door, Ar. V. 152, cf. Lys. 1.24; πύλας E. Or. 1562: sts. of other than human force, as of a stream, ὦσε δὲ νεκρούς Il. 21.235, cf. 241; of the wind, Νότος μέγα κῡμα ποτὶ . . ῥίον ὠθεῖ Od. 3.295; [ὁ ποταμὸς] ὠθεῖ κῦμα Metagen. 6.3; ὠ. κολόκυμα Ar. Eq. 692: metaph., ἀ δʼ ἀτέρα τὰν ἀτέραν κύλιξ ὠθήτω Alc. 41.
- 2 force back in battle, Il. 8.336, 13.193, etc.; ἄνδρας προτὶ ἄστυ 16.45; v. infr. II.
- 3 thrust out, banish, ὠ. ἅπαντας τὸν ἀσεβῆ S. OT 1382; ἔξω δόμων τε καὶ πάτρας ὠθεῖν τινα A. Pr. 665; ἀπʼ οἴκων S. OT 241; ἐκ δόμων E. Andr. 344; ἔξω τινὰ φυγάδα Pl. R. 560d; σπονδῶν ἄπο, ἀπὸ τῶν ἱερῶν, E. Ba. 46, Aeschin. 2.86; ὠ. τινας ἀθάπτους S. Aj. 1307:—Pass., ὠθούμεθʼ ἔξω Id. Fr. 583.7.
- 4 metaph., ὠ. τὰ πρήγματα push matters on, hurry them, Hdt. 3.81; ἐπιθυμία ὠθεῖ ἐπὶ τὰς ἀπολαύσεις Arist. VV 1250a24.
- 5 abs., ὦσα παρέξ pushed off from land, Od. 9.488; ὤθει βιαίως E. Tr. 356, cf. X. HG 7.4.31; τὸ ὠθοῦν the motive power, Pl. Cra. 401d.
- II Med., mostly in aor., thrust or push away from oneself, force back, esp. in battle, freq. in Il., ὄφρα τάχιστα ὤσαιτʼ Ἀργείους 5.691; τείχεος ἂψ ὤσασθαι 12.420; ὤσασθαι προτὶ Ἴλιον, προτὶ ἄστυ, 8.295, 16.655; τὴν ἵππον ὤσαντο Hdt. 9.25, cf. 3.72, 6.37; ὤσασθαί τινας κατὰ βραχύ Th. 4.96; ὠσαμένων τὸ εὐώνυμον κέρας Id. 6.70, etc.; once in Trag., E. IT 326: of a horse, throw its rider, Thgn. 260 (s.v.l.).
- 2 intrans., push, press forward, Th. 4.11, 35, Plu. Ages. 32; ὠθεῖσθαι εἰς τὸ πρόσθεν X. HG 7.1.31; πρὸς τὴν πληγὴν ὁμόσε ὠθεῖσθαι Pl. Euthd. 294d; εἰς χεῖρας ὠθεῖσθαι τοῖς ἐναντίοις Plu. Thes. 5.
- III Pass., to be thrust, pushed, or forced, rush or fall violently, ἐπὶ κεφαλήν Hdt. (v. supr. Ι.1); πρὸς βίαν E. Hec. 406; βίᾳ Id. Med. 335, etc.; ἱδρῶτες ταχέως ὠθούμενοι Hp. Aph. 7.85.
- 2 Med., crowd, throng, jostle, X. Cyr. 3.3.64; ὠ. ὥσπερ ὕες Theoc. 15.73, cf. Arist. HA 572b25: impers. in Pass., ἐπὶ μέζον ὠθεῖται the crush gets worse, Herod. 4.54.
1. act., met acc.
a. duwen, voortduwen:
b. stoten:
c. verstoten, verdrijven:
2. med.
a. met acc. terugdringen, verdrijven:
b. met bep. van richting dringen, zich een weg banen:
c. elkaar verdringen:
Pass. getrieben, gedrängt werden ; ὠθεῖσθαι ἐπὶ κεφαλήν, auf den Kopf gestellt od. kopfüber gestürzt werden, Her. 7.136 ; ὠθεῖσθαι εἴσω, sich hineindrängen ; ὠθούμενος καὶ βιαζόμενος Plat. Phil. 62c ; εἰς τοὺς ἀσεβεῖς ὠσθῆναι διὰ τὴν πονηρίαν τοῦ βίου Dem. 25.53 ; Sp.
Med. von sich stoßen, zurückdrängen, Hom. gew. im aor. ὤσασθαι, ὄφρα τάχιστα ὤσαιτʼ Ἀργείους Il. 5.691 ; ἐχώρησαν Τρῶες, ὤσαντο δʼ Ἀχαιοί 16.592 ; auch τείχεος ἂψ ὤσασθαι, 12.420 ; vgl. noch Her. 8.3, 9.25 ; Thuc. 4.96 ; Xen. An. 3.4.48 ; ἐώσατο τοὺς πολεμίους Plut. Timol. 4 ; ὤσασθαι εἰς τὸ ξίφος, sich in sein Schwert stürzen, ὠθεῖσθαί τινι εἰς χεῖρας, Plut. Thes. 5.
[ϝοθ-.]
3 sing. pa. iterative ὤθεσκε Od. 11.596. ὤσασκε Od. 11.599.
Aor. ὦσα Od. 9.488.
2 sing. ὦσας Il. 21.398.
3 sing. ἔωσε Il. 16.410. ὦσε Il. 1.220, Il. 2.744, Il. 5.19, Il. 11.143, Il. 13.193, Il. 16.863, Il. 17.618, Il. 20.461, Il. 21.235, etc. : Od. 22.20.
3 pl. ὦσαν Il. 4.535, Il. 5.626, Il. 8.336, Il. 13.148, Il. 16.569, Il. 17.274.
3 sing. subj. ὤσῃ Il. 13.138.
1 pl. opt. ὤσαιμεν Il. 16.45.
Infin. ὦσαι Il. 13.688.
Mid. 3 sing. aor. ὤσατο Il. 6.62.
1 pl. ὠσάμεθα Il. 8.295.
3 pl. ὤσαντο Il. 16.592.
3 sing. opt. ὤσαιτο Il. 5.691, Il. 16.655.
2 pl. ὤσαισθε Il. 11.803.
Infin. ὤσασθαι Il. 12.420, Il. 15.418.
(ἀν-, ἀπ-, δι-)
- 1
To thrust, push, force, shove : ἐς κουλεὸν ξίφος Il. 1.220, ὦσε δʼ ἀπὸ ῥινὸν λίθος (forced it aside) Il. 5.308, ὦσε νεκρούς
(i.e. cleared his stream of them) Il. 21.235. Cf. Il. 13.138, Il. 14.494, Il. 15.668 (dispersed it), Il. 17.618 : Od. 3.295, Od. 11.596, 599, Od. 22.20.Of pushing an object by force applied from a position upon it : ὦσα [νῆα] παρέξ Od. 9.488.
To thrust (a spear) Il. 21.398.
With personal object : ὅτε φῆρας ἐκ πηλίου ὦσεν Il. 2.744, Ἕκτορα Ζεὺς ὦσεν ὄπισθε χειρί (pushed him forwards) Il. 15.694. Cf. Il. 5.19, Il. 16.410, 863, Il. 11.143, 320, Il. 20.461, 489.
In mid. with such an object, to thrust back, repulse (a suppliant) : ἀπὸ ἕθεν ὤσατʼ Ἄδρηστον Il. 6.62.
- 2
To thrust or force back (a foe), cause (him) to give way or retreat : μέγαν ἑ ἐόντα [Ἕκτορʼ] ὦσαν ἀπὸ σφείων Il. 4.535= Il. 5.626= Il. 13.148, ἰθὺς τάφροιο ὦσαν Ἀχαιούς Il. 8.336. Cf. Il. 13.193, 688, Il. 16.45, 569= Il. 17.274, Il. 21.241.
In mid. : ὄφρʼ ὤσαιτʼ Ἀργείους Il. 5.691. Cf. Il. 8.295, Il. 11.803, Il. 12.420, Il. 15.418, Il. 16.592, 655.
- 3
To pull, draw : ἔκ οἱ μηροῦ δόρυ ὦσεν Il. 5.694. Cf. Il. 5.854.
With personal object : σθένελον ἀφʼ ἵππων ὦσε χείρʼ ἐρύσασα Il. 5.835.
- 1
- 1shove ἀπὸ μὲν λευκὸν γάλα ὤθεον (v. ἀπωθέω) fr. 166. 4.
- Ito thrust, push, shove, force onwards or away, λᾶαν ἄνω ὤθεσκε he kept pushing it upwards, Od.; ἀπʼ ὀφθαλμῶν νέφος ὦσεν Ἀθήνη Il.; ἐκ μηροῦ δόρυ ὦσε he forced the spear from the thigh, Il.; ὦσαί τινα ἀφʼ ἵππων Il.; ὦσαι ἑαυτὸν ἐς τὸ πῦρ to rush into the fire, Hdt.; so, ὠθ. τινὰ ἐπὶ κεφαλήν to throw him headlong down, Plat.; κατὰ πετρῶν Eur.; ὦσαι τὴν θύραν to force the door, Ar.
- 2to push or force back in battle, Il.
- 3to thrust out, banish, Trag.; ὦσαί τινα φυγάδα Plat.; ὠθ. τινα ἄθαπτον Soph.
- 4metaph., ὠθ. τὰ πρήγματα to push matters on, hurry them, Hdt.
- 5absol., ὦσα παρέξ pushed off from land, Od.; ὤθει βιαίως Eur.
- IIMid., mostly in aor1, to thrust or push from oneself, push or force back, repulse, esp. in battle, τείχεος ἂψ ὤσασθαι Il.; ὤσασθαι προτὶ Ἴλιον, προτὶ ἄστυ Il.; ὤσασθαι τὴν ἵππον Hdt.; ὠσαμένων τὸ κέρας Thuc.
- IIIPass. to be thrust on, to fall violently, ἐπὶ κεφαλήν Hdt.; πρὸς βίαν Eur.
- 2to force oneʼs way, Xen., Plat.: to crowd on, throng, like ὠστίζομαι, Xen.
-
…ἐβάδιζον. καὶ δᾷδας λαβόντες ἐκ τοῦ ἐγγύτατα καπηλείου εἰσερχόμεθα, ἀνεῳγμένης τῆς θύρας καὶ ὑπὸ τῆς ἀνθρώπου παρεσκευασμένης. ὤσαντες δὲ τὴν θύραν τοῦ δωματίου οἱ μὲν πρῶτοι εἰσιόντες ἔτι εἴδομεν αὐτὸν κατακείμενον παρὰ τῇ γυναικί, οἱ δʼ ὕστερον…
Lysias, Speeches
-
…. ἔνθα δὲ Βοιωτοὶ καὶ Ἰάονες ἑλκεχίτωνες Λοκροὶ καὶ Φθῖοι καὶ φαιδιμόεντες Ἐπειοὶ σπουδῇ ἐπαΐσσοντα νεῶν ἔχον, οὐδὲ δύναντο ὦσαι ἀπὸ σφείων φλογὶ εἴκελον Ἕκτορα δῖον οἳ μὲν Ἀθηναίων προλελεγμένοι · ἐν δʼ ἄρα τοῖσιν ἦρχʼ υἱὸς Πετεῶο Μενεσθεύς ,…
Homer, Iliad
-
…σε θυμὸς ἀνῆκεν ; ἦ οὐ μέμνῃ ὅτε Τυδεΐδην Διομήδεʼ ἀνῆκας οὐτάμεναι, αὐτὴ δὲ πανόψιον ἔγχος ἑλοῦσα ἰθὺς ἐμεῦ ὦσας, διὰ δὲ χρόα καλὸν ἔδαψας ; τώ σʼ αὖ νῦν ὀΐω ἀποτισέμεν ὅσσα ἔοργας. ὣς εἰπὼν οὔτησε κατʼ…
Homer, Iliad
-
…μὲν ἄρʼ ἀντίθεον Σαρπηδόνα δῖοι ἑταῖροι εἷσαν ὑπʼ αἰγιόχοιο Διὸς περικαλλέϊ φηγῷ · ἐκ δʼ ἄρα οἱ μηροῦ δόρυ μείλινον ὦσε θύραζε ἴφθιμος Πελάγων, ὅς οἱ φίλος ἦεν ἑταῖρος. τὸν δʼ ἔλιπε ψυχή, κατὰ δʼ ὀφθαλμῶν κέχυτʼ ἀχλύς…
Homer, Iliad
-
…δὴ πυκινῇς ἐνέκυρσε φάλαγξι στῆ ῥα μάλʼ ἐγχριμφθείς · οἳ δʼ ἀντίοι υἷες Ἀχαιῶν νύσσοντες ξίφεσίν τε καὶ ἔγχεσιν ἀμφιγύοισιν ὦσαν ἀπὸ σφείων · ὃ δὲ χασσάμενος πελεμίχθη. ἤϋσεν δὲ διαπρύσιον Τρώεσσι γεγωνώς · Τρῶες καὶ Λύκιοι καὶ Δάρδανοι ἀγχιμαχηταὶ…
Homer, Iliad
-
…τὸν μὲν ἔπειτα οὐτάζων ξίφεϊ μεγάλῳ ἐξαίνυτο θυμόν · αὐτὰρ ὃ Λαόγονον καὶ Δάρδανον υἷε Βίαντος ἄμφω ἐφορμηθεὶς ἐξ ἵππων ὦσε χαμᾶζε, τὸν μὲν δουρὶ βαλών, τὸν δὲ σχεδὸν ἄορι τύψας. Τρῶα δʼ Ἀλαστορίδην, ὃ μὲν ἀντίος…
Homer, Iliad
-
…ἂψ ἐς Ἀχαιούς, νῦν μὲν δὴ τοῦ πατρὸς ἀεικέα τίσετε λώβην. ἦ, καὶ Πείσανδρον μὲν ἀφʼ ἵππων ὦσε χαμᾶζε δουρὶ βαλὼν πρὸς στῆθος · ὃ δʼ ὕπτιος οὔδει ἐρείσθη. Ἱππόλοχος δʼ ἀπόρουσε, τὸν αὖ χαμαὶ ἐξενάριξε…
Homer, Iliad
-
…πόντοιο θύραζε λίνῳ καὶ ἤνοπι χαλκῷ · ὣς ἕλκʼ ἐκ δίφροιο κεχηνότα δουρὶ φαεινῷ, κὰδ δʼ ἄρʼ ἐπὶ στόμʼ ἔωσε · πεσόντα δέ μιν λίπε θυμός. αὐτὰρ ἔπειτʼ Ἐρύλαον ἐπεσσύμενον βάλε πέτρῳ μέσσην κὰκ κεφαλήν · ἣ δʼ ἄνδιχα…
Homer, Iliad
-
…, αὐτὸς δʼ ὤλεσε θυμὸν ὑφʼ Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο · τὸν βάλʼ ὑπὸ γναθμοῖο καὶ οὔατος, ἐκ δʼ ἄρʼ ὀδόντας ὦσε δόρυ πρυμνόν, διὰ δὲ γλῶσσαν τάμε μέσσην. ἤριπε δʼ ἐξ ὀχέων, κατὰ δʼ ἡνία χεῦεν ἔραζε .…
Homer, Iliad
-
…φωτῶν. Ζεὺς δʼ ἐπὶ νύκτʼ ὀλοὴν τάνυσε κρατερῇ ὑσμίνῃ, ὄφρα φίλῳ περὶ παιδὶ μάχης ὀλοὸς πόνος εἴη. ὦσαν δὲ πρότεροι Τρῶες ἑλίκωπας Ἀχαιούς · βλῆτο γὰρ οὔ τι κάκιστος ἀνὴρ μετὰ Μυρμιδόνεσσιν υἱὸς Ἀγακλῆος μεγαθύμου δῖος Ἐπειγεύς ,…
Homer, Iliad