Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠχροπελιός
ὠχροπελιός, livid, yellowish
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὤφθην
ὦφλον
ὡφρόντιστος
ὠφρυωμένος
ὤχ
ὢχ ὤχ
ὤχατο
ὠχεί
ὤχει
ᾤχετο
ᾤχθην
ὤχθησαν
ὤχνων
ᾠχόμην
Ὦχος
ὤχρα
ὠχρά
ὠχραίνω
ὠχραντικός
ὠχραντικῶς
ὠχράω
ὠχρία
ὠχρίας
ὠχρίασις
ὠχριάω
ὠχροειδής
ὠχρόλευκος
ὠχρομέλας
ὠχρόμματος
ὠχρόξανθος
ὠχροπελιός
ὠχροποιός
ὠχρός
ὦχρος
ὠχροσύνη
ὠχρότης
ὠχρόω
ὤχρωμα
ὦχ’
ὤψ
Ὦψ
ὦψ
Ὤψ
ὠψά
ὦψαι
ὠώ
ᾠώδης
ᾠῶν
ϛ
ϛʹ
Ϟ
Ϟʹ
…
ὠχροπελιός
Save
ὠχροπελιός, livid, yellowish
LSJ
ὠχρο-πελιός, =
luridus,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}