Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠχρά
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὠφέλημα
ὠφελήσιμος
ὠφέλησις
ὠφελητέος
ὠφελητικός
ὠφελία
ὠφελίη
ὠφέλιμος
ὠφελίμως
Ὠφελίων
ὤφελλε
ὤφελλον
ὤφελον
ὦφθαι
ὤφθην
ὦφλον
ὡφρόντιστος
ὠφρυωμένος
ὤχ
ὢχ ὤχ
ὤχατο
ὠχεί
ὤχει
ᾤχετο
ᾤχθην
ὤχθησαν
ὤχνων
ᾠχόμην
Ὦχος
ὤχρα
ὠχρά
ὠχραίνω
ὠχραντικός
ὠχραντικῶς
ὠχράω
ὠχρία
ὠχρίας
ὠχρίασις
ὠχριάω
ὠχροειδής
ὠχρόλευκος
ὠχρομέλας
ὠχρόμματος
ὠχρόξανθος
ὠχροπελιός
ὠχροποιός
ὠχρός
ὦχρος
ὠχροσύνη
ὠχρότης
ὠχρόω
ὤχρωμα
ὦχ’
ὤψ
Ὦψ
ὦψ
Ὤψ
ὠψά
ὦψαι
ὠώ
ᾠώδης
…
ὠχρά
Save
Bailly 2024
ὠχρά,
fém. de
ὠχρός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}