Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠχεί
ὠχεί, [Eg.] orach
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ᾠΰφιον
ὦφα
ὤφειλα
ὠφείληκα
ὤφειλον
ὤφειν
ὤφελε
ὠφέλεια
ὠφελέω
ὠφέλημα
ὠφελήσιμος
ὠφέλησις
ὠφελητέος
ὠφελητικός
ὠφελία
ὠφελίη
ὠφέλιμος
ὠφελίμως
Ὠφελίων
ὤφελλε
ὤφελλον
ὤφελον
ὦφθαι
ὤφθην
ὦφλον
ὡφρόντιστος
ὠφρυωμένος
ὤχ
ὢχ ὤχ
ὤχατο
ὠχεί
ὤχει
ᾤχετο
ᾤχθην
ὤχθησαν
ὤχνων
ᾠχόμην
Ὦχος
ὤχρα
ὠχρά
ὠχραίνω
ὠχραντικός
ὠχραντικῶς
ὠχράω
ὠχρία
ὠχρίας
ὠχρίασις
ὠχριάω
ὠχροειδής
ὠχρόλευκος
ὠχρομέλας
ὠχρόμματος
ὠχρόξανθος
ὠχροπελιός
ὠχροποιός
ὠχρός
ὦχρος
ὠχροσύνη
ὠχρότης
ὠχρόω
ὤχρωμα
…
ὠχεί
Save
ὠχεί, [Eg.] orach
LSJ
ὠχεί, Egyptian name of
ἀτράφαξυς,
Ps.-
Dsc.
2.119.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}