ῥεκτήριος
ῥεκτήριος, active, busy
ῥεκ-τήριος, α, ον,
- active, busy, Ion Hist. 1.
ῥεκτήριος, α, ον, agissant, actif, Ion (Ath. 604d).
Étym. ῥεκτήρ.
ῥεκτήριος, tuend, ausübend, τὰ πολιτικὰ οὔτε σοφός, οὔτε ῥεκτήριος ἦν, Ath. XIII.604d.