ῥακτήριος
ῥακτήριος, fit for striking with
ῥακ-τήριος, α, ον, (ῥάσσω)
- fit for striking with, κέντρα S. Fr. 802.
- II μέλη βοῶν ἄναυλα καὶ ῥ. broken, discordant (ψοφώδη καὶ θορυβώδη Hsch.), Id. Fr. 699.
- III ῥακτήριον· ὄρχησίς τις, Hsch.
- IV ῥακτήρια· τύμπανα, Id.
ῥακτήριος, ος, ον, bruyant, Soph. fr. 631 Dind.
Étym. ῥάσσω.
ῥακτήριος, womit man schlägt ; zum Schlagen, Werfen ; lärmend, tosend, Soph. frg. 631 bei Hesych., der ψοφώδης erkl., wie ῥακτήρια, τύμπανα, u. κέντρα ἀντὶ τοῦ κῶπαι.