About Report a problem

Menu

ῥακτήριος

ῥακτήριος, fit for striking with

ῥακ-τήριος, α, ον, (ῥάσσω)
  • fit for striking with, κέντρα S. Fr. 802.
    • II μέλη βοῶν ἄναυλα καὶ ῥ. broken, discordant (ψοφώδη καὶ θορυβώδη Hsch.), Id. Fr. 699.
    • III ῥακτήριον· ὄρχησίς τις, Hsch.
    • IV ῥακτήρια· τύμπανα, Id.

Saved

Recent