ῥακίωσις
ῥακίωσις,
- v. ῥάκωσις. ῥακκίζω, v. ῥαχίζω. ῥακκόδυτος, v. ῥακόδυτος. ῥακλεός, v. ῥάκελος.
ῥακίωσις, ἡ, steht für ῥάκωσις, σώματος, Diog. 8.70 ; vgl. Zenob. 6.42.