ῥοδόχρως
ῥοδόχρως, rose-colored
ῥοδό-χρως, ωτος, ὁ, ἡ,
- = foreg. [ῥοδόχροος, rose-coloured], Theoc. 18.31.
ῥοδό·χρως, ωτος (ὁ, ἡ) c. le préc. Thcr. Idyl. 18, 31.
Étym. ῥ. χρώς.
ῥοδόχρως, ωτος, = ῥοδόχροος, Ἑλένη, Theocr. 18.31.
ῥοδόχρως
ῥοδό-χρως, ωτος, ὁ, ἡ,
= ῥοδόπηχυς, Theocr.