ῥόδος Save Bailly 2024 Pape ῥόδος, εος-ους (τὸ) seul. dat. pl. poét. ῥοδέεσσι, c. ῥόδον, A. Rh. 3, 1020. ῥόδος, τό, um ῥοδέεσσι bei Ap.Rh. 3.1020 zu erklären, = ῥόδον.