ῥοδόσταγμα
ῥοδόσταγμα, extract of roses prepared with honey
ῥοδό-σταγμα, ατος, τό, (στάζω)
- extract of roses prepared with honey, like ῥοδόμελι, Sch. Ar. Pl. 529; also ῥοδό-στακτον, τό, Paul.Aeg. 7.15.
ῥοδό·σταγμα, ατος (τὸ) c. le suiv. Gal. 14, 544 ; 2, 547.
ῥοδόσταγμα, τό, = ῥοδόστακτον, Sp.