ῥοία
ῥοία, flow, flux
ῥοία, ἡ, (ῥέω)
- flow, flux, Hp. Loc.Hom. 9 (pl.).
- II = κυλίστρα τῶν ἵππων παρὰ τῷ ποταμῷ καὶ ψάμμῳ, Hsch. (cf. ῥοαί· . . ἱππόδρομος, Id.).
ῥοία, ας (ἡ) courant d’un fleuve, Hpc. 411, 54.
Étym. ῥόος.
ῥοία, ἡ, Pferdeschwemme, Hesych.