ῥομβώδης Save LSJ Bailly 2024 Pape ῥομβ-ώδης, ες, f.l. for ῥεμβώδης, Plu. QConv. 2.715c. ῥομβώδης, ης, ες, c. ῥομβοειδής, Plut. M. 715c. Étym. ῥόμβος, -ωδης. ῥομβώδης, ες, = ῥομβοειδής, Sp.