ῥόον Save LSJ ῥόον, τό, only in pl. ῥόα,= τὰ ἐκ τῆς συκαμίνου μόρα τὰ ἄωρα ξηρανθέντα, Hp. ap. Gal. 19.135: but in sg., ὁ ῥοῦς ὁ ἐκ τῶν συκαμίνων Diocl. Fr. 140, cf. Hp. Mul. 1.31.