ῥυπόεις
ῥῠπό-εις, εσσα, εν,
- = ῥυπαρός, Nic. Al. 470; ὄλπη AP 6.293 (Leon.); πίνος ib. 11.158 (Antip.).
ῥυπόεις, όεσσα, όεν [ῠ] c. ῥυπαρός, Nic. Al. 469 ; Anth. 6, 293.
ῥυπόεις, εσσα, εν, = ῥυπαρός ; f. L. Od. 13.435 ; ῥυπόεσσα ὄλπη, Leon.Tar. 10 (VI.293); ῥυπόεντι πίνῳ πεπαλαγμένον ἔσθος, Antip.Sid. 61 (XI.158).
ῥυπόεις
ῥῠπόεις, εσσα, εν
= ῥυπαρός, Anth.