Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κηφηΐς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κητεύς
κητεύω
κήτημα
κητήνη
κητία
κήτιον
κητόδορπος
κητοθηρεῖον
κητοθηρία
κητόομαι
κῆτος
κητοτρόφος
κητοφάγος
κητοφόνος
Κηττοί
Κητώ
κητώδης
κητώεις
κητῷος
κητῶος
κηὖ
κῆϋξ
κήϋξ
Κήϋξ
Κῆϋξ
κήϋος
κἤφα
κἠφᾶπτο
Κηφᾶς
Κηφεύς
Κηφηΐς
κηφήν
Κηφῆνες
κηφήνιον
κηφηνώδης
κἤφθα
Κηφίσανδρος
Κηφισιά
Κηφισιάδης
Κηφισίαθεν
Κηφισιάς
Κηφισιᾶσι(ν)
Κηφισιεύς
Κηφίσιος
Κηφισίς
Κηφισόδημος
Κηφισόδοτος
Κηφισόδωρος
Κηφισοκράτης
Κηφισός
Κήφισος
Κηφισοφῶν
κἦφ’
κηχί
κῆχος
κηώδης
κηώεις
κθʹ
κία
κιάθω
κίβαλος
…
Κηφηΐς
Save
Bailly 2024
Κηφηΐς,
ΐδος
[
ῐδ
]
adj. f.
d’Éthiopie,
Nic.
Al.
100 ;
Lyc.
384
.
Étym.
Κηφεύς
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}