Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κηὖ
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κηρωτοειδής
κηρωτομάλαγμα
κηρωτός
κᾐς
κησσόν
κήτα
κῆται
κητεία
Κήτειοι
κήτειος
Κητεύς
κητεύω
κήτημα
κητήνη
κητία
κήτιον
κητόδορπος
κητοθηρεῖον
κητοθηρία
κητόομαι
κῆτος
κητοτρόφος
κητοφάγος
κητοφόνος
Κηττοί
Κητώ
κητώδης
κητώεις
κητῷος
κητῶος
κηὖ
κῆϋξ
κήϋξ
Κήϋξ
Κῆϋξ
κήϋος
κἤφα
κἠφᾶπτο
Κηφᾶς
Κηφεύς
Κηφηΐς
κηφήν
Κηφῆνες
κηφήνιον
κηφηνώδης
κἤφθα
Κηφίσανδρος
Κηφισιά
Κηφισιάδης
Κηφισίαθεν
Κηφισιάς
Κηφισιᾶσι(ν)
Κηφισιεύς
Κηφίσιος
Κηφισίς
Κηφισόδημος
Κηφισόδοτος
Κηφισόδωρος
Κηφισοκράτης
Κηφισός
Κήφισος
…
κηὖ
Save
Bailly 2024
Pape
κηὖ,
crase dor. p.
καὶ εὖ,
Thcr.
Idyl.
4, 31
.
κηὖ
, = καὶ εὖ.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}