About Report a problem

Menu

Νέστωρ

Νέστωρ, Nestor

Νέστωρ, ορος, ὁ,
  • Nestor, Il. 1.247, etc.:—Adj. Νεστόρεος, η, ον, 2.54, al.; Νεστόρειος, α, ον, ἅρμα Pi. P. 6.32; μέλος E. Fr. 899; σκύφος Luc. Herm. 12.

Saved

Recent