Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Πίσων
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πιστολέτης
πιστολογευτής
πιστόν
Πιστόξενος
πιστοποιέω
πιστοποίησις
πιστοποιός
πιστοπορθής
πιστός
πιστόσυνος
πιστότης
πιστόφρων
πιστοφύλαξ
πιστόω
πίστρα
πίστρις
πίστρον
Πίστυρος
πίστωμα
πιστῶς
πίστωσις
πιστωτέος
πιστωτής
πιστωτικός
πισύγγιον
πίσυγγος
πίσυνος
πισυνος
πίσυρες
πίσω
Πίσων
Πιτάνα
Πιτανάτης
Πιτανᾶτις
Πιτάνη
Πιτανητέων
Πιτανήτης
Πιτανῆτις
πιτάριον
πιτεύω
Πιτθεῖδαι
Πιτθεύς
Πιτθηΐς
πίτναμι
πιτνάω
πιτνέω
πίτνημι
πίτνω
πίττα
Πιττάκειος
πιττακιάρχης
πιττακίδιον
πιττακίζω
πιττάκιον
Πιττακός
Πιττάλακος
Πίτταλος
πίτταξις
πίτταξυς
πιττάσφαλτος
πιττεύω
…
Πίσων
Save
Bailly 2024
Πίσων,
ωνος
(
ὁ
)
=
lat.
Piso
, Pison,
n. rom.
Anth.
11, 424
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}