Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πιστόν
πιστόν, pledge
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πίσσυγγος
πισσώδης
πίσσωσις
πισσωτέον
πισσωτής
πισσωτός
πιστάκη
πιστάκια
πιστάκιον
πίστευμα
πίστευσις
πιστευτέον
πιστευτικός
πιστευτικῶς
πιστευτός
πιστεύω
πιστήρ
πιστήριον
Πιστίας
πιστιεπαγγελτής
πιστικελευστής
πιστικός
πιστικῶς
πίστιον
Πίστιος
Πίστιος Ζεύς
πίστις
πιστοΐασπις
πιστολέτης
πιστολογευτής
πιστόν
Πιστόξενος
πιστοποιέω
πιστοποίησις
πιστοποιός
πιστοπορθής
πιστός
πιστόσυνος
πιστότης
πιστόφρων
πιστοφύλαξ
πιστόω
πίστρα
πίστρις
πίστρον
Πίστυρος
πίστωμα
πιστῶς
πίστωσις
πιστωτέος
πιστωτής
πιστωτικός
πισύγγιον
πίσυγγος
πίσυνος
πισυνος
πίσυρες
πίσω
Πίσων
Πιτάνα
Πιτανάτης
…
πιστόν
Save
πιστόν, pledge
LSJ
Pape
πιστόν, τό, v. πιστός (B) III.
πιστόν
, τό, s. πιστός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}