Σωγένης
Could not find Σώγενες in Logeion dictionaries.
Σώγενες Proper-name noun: masculine vocative singular of Σωγένης
Σω·γένης, ους (ὁ) Sôgénès, h. Pd. N. 7, titre, etc.
Étym. σῶς, γένος.
Σωγένης son of Thearion, of Aigina, victor in boysʼ pentathlon at Nemea.
- 1παῖς ὁ Θεαρίωνος ἀρετᾷ κριθεὶς εὔδοξος ἀείδεται Σωγένης μετὰ πενταέθλοις N. 7. 8. Εὐξένιδα πάτραθε Σώγενες N. 7.70 πατρὶ Σωγένης ἀταλὸν ἀμφέπων θυμόν N. 7.91