σχολάρχης
σχολάρχης, head of a school
σχολάρχ-ης, ου, ὁ,
- head of a school, D.L. 5.2, PRyl. 397.3 (iii A.D.).
σχολ·άρχης, ου (ὁ) chef d’école, DL. 5, 2.
Étym. σχολή, ἄρχω.
σχολάρχης, ὁ, Vorsteher einer Schule.