δέμα
δέμα, band
- band, Plb. 6.33.11; = σχοινίον, Hsch.
- II Archit., clamp, dowel, IG 7.3073.70 (Lebad.).
- III tow-rope, Ph. Bel. 73.24.
1 traba, cuerda
ἵνα μήτ' ἐμπλεκόμενοι τοῖς δέμασι βλάπτωνται (οἱ ἵπποι)
τί περὶ σφυρά μου δέματ' [ἐ]βάλετε;
2 náut. cabo de remolque
ἐὰν ἀφῶσι τὸ δ. (τὰ πλοῖα)
3 como unidad de medida gavilla, haz
σχοινίω(ν)
καλάμων
λινο[κα]λάμης
σταχύων
χόρτ(ου)
• atado, paquete
δέματα ψιαθίων
atados de esterillas
• manojo
κοριδίου δ. ἓν καὶ ἡδεόσμου δ. ἕν
4 arq. grapa
τὰ δέματα τὰ ὑπάρχοντα ἐν ταῖς στήλαις