δεμάτιον
δεμάτιον, τό, Dim. of δέμα, Hippiatr. 22, Sch. Theoc. 4.18.
manojo, pequeño haz en recetas
πρασίου
ὑσσώπου
ἐρεβίνθου χλωροῦ δεμάτια δ'
κώμυθα· τὸ δ.
δ.·
manipulum
δεμάτιον, ου (τὸ) [ᾰ] petit faisceau, petite botte, Hippiatr.
Étym. dim. de δέμα.
δεμάτιον, τό, dim. von δέμα, Sp.