διεσθίω
διεσθίω, to eat through
- eat through, δ. τὴν μητέρα (v.l. μήτραν), of young vipers, Hdt. 3.109, cf. Arist. HA 558a30.
- II consume, corrode, Hp. l.c., Plu. l.c.: metaph., D.L. 5.76:—Med., τὴν ψυχήν Ph. 2.541.
1 c. suj. animado devorar
τὰ τέκνα ... τὴν μητέρα
τὴν νηδύν
τὴν γλῶτταν
φύλλα
μυῶν γὰρ πλῆθος ... τὰ τόξα καὶ τὰ λοιπὰ ὅπλα
ἡ ἄρκτος ... τὰ δίκτυα
τὰ δὲ ὡς καθαρὰ (ἄλογα) διεσθίοντες
• fig.
δ. σου τὸ σῶμα
ἡ κακοδαίμων ὑπὸ τῶν ... κακῶν
2 c. suj. inanimado corroer, consumir
τὰ ῥεύματα ... τὸν ἀμφὶ τὴν ὄψιν χιτῶνα
πάχνη ... τὴν γῆν
τὸ ἁλμυρὸν ... τὰς δυνάμεις
(ἡ ὑδράργυρος) ὕλην διεσθίει
διεσθίεται γὰρ ὁ ἐγκέφαλος ὑπὸ τοῦ φλέγματος
διεσθίεται τὰ ἀγγεῖα ῥεύματι ξυνεχέϊ
τοῦ πύου διαφαγόντος
ὑπὸ ἰοῦ τινος διεσθίοντος
• fig. c. suj. abstr. corroer, corromper
τοῦ τὰ πάντα διεσθίοντος φθόνου
(ἡ ἐπιθυμία) πᾶσαν αὐτήν (τὴν ψυχήν)
(ἡ ἁμαρτία) ... τὸν ἄνθρωπον
- to eat through, δ. τὴν μήτραν, of young vipers, Hdt.