About Report a problem

Menu

καταξαίνω

καταξαίνω, to card; shred; wear down, waste away

Could not find καταξανθεὶς in Logeion dictionaries.

καταξανθεὶς aorist passive participle masculine nominative singular, aorist passive participle masculine vocative singular of καταξαίνω

See καταξανθεὶς in Morpho

καταξαίνω, fut. -ξᾰνῶ LXX Jd. 8.7:—
  • card, comb well, καταξῆναι Pl. Com. 245:—Pass., εἴρια κατεξασμένα Hp. Ulc. 24; πέτρα κατεξαμμένη hollowed out, D.S. 17.71 (hence καταξάνωσι cj. Dind. Id. 1.98).
      • 2 tear in pieces, rend in shreds, πλόκους κόμης E. Ion 1267; πολλοὺς αἱ σαὶ καταξανοῦσι . . χέρες Lyc. 300; σάρκας LXX l.c.; κεφαλήν Plu. Agis 2; so κ. τινὰ εἰς φοινικίδα pound him (by stoning) to red rags, Ar. Ach. 320:—Pass., πέτροισι . . καταξανθεὶς θανεῖν crushed to atoms, S. Aj. 728; πρὶν κατεξάνθαι βολαῖς E. Ph. 1145; πέτραις καταξανθέντες ὀστέων ῥαφάς Id. Supp. 503; πυρὶ καταξανθέντας Id. HF 285; λύγου ξηρᾶς πληγαῖς -εξασμένης Longus 2.1.
      • 3 wear, waste away, πνοαὶ . . τρίβῳ κατέξαινον ἄνθος Ἀργείων A. Ag. 197 (lyr.); τὴν σάρκα Epicur. Sent.Vat. 51; νόσοι κ. ὅλα διʼ ὅλων Ph. 2.432:—Pass., κατεξάνθην πόνοις E. Med. 1030; δακρύοις Id. Tr. 509; κατέξανται δέμας Id. Hipp. 274; ὅπλα κατεξάνθαι were worn out by use, D.S. 17.94; ἐν τοῖς ὀρύγμασι καταξαινόμενοι τὰ σώματα Id. 5.38.

Saved

Recent