About Report a problem

Menu

καταξύλωσις

καταξύλωσις, tignatio

καταξῠλ-ωσις, εως, ἡ,
  • = δόκωσις, IG 4.1485.130 (Epid.); κ. ἐπὶ στέγης, tignatio, Gloss.

Saved

Recent