Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λάλιος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λακωνίς
Λακωνισμός
λακωνισμός
Λακωνιστής
λακωνιστής
Λακωνομανέω
λακωνομανέω
Λακωνόσημος
λάλ
λάλαβις
λαλάγγη
λαλαγέω
λαλαγή
λαλάγημα
λαλαγητής
λαλάζω
λάλαξ
λαλαχεύομαι
λαλέω
λάλη
λάληθρος
λάλημα
λάλησις
λαλητέος
λαλητικός
λαλητός
λαλητρίς
λαλιά
λαλία
λαλιός
λάλιος
λαλιότης
λαλίς
λαλίστατος
λαλίστερος
Λαλίχμιον
λάλλαι
λάλλη
λαλλοῦσα
λαλοβαρύοψ
λαλοβαρυπαραμελορυθμοβάτας
λαλοβαρυπαραμελορυθμοβάτης
λαλόεις
λάλος
Λάλος
λαλύνει
λᾶμα
λαμά
Λάμαξις
Λαμαχίππιον
λάμαχος
Λάμαχος
λάμβα
λαμβάνω
Λαμβάται
λαμβδ-
λάμβδα
λαμβδακισμός
λαμβδοειδής
Λάμεχ
Λαμητικός
…
λάλιος
Save
Pape
λάλιος
, od. nach Arcad. p. 41.3 λαλιός, poet. = λάλος, z.B. στόμα, Mel. 44 (V.171).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}