λάληθρος
λάληθρος, talkative
λᾰλ-ηθρος, ον,
- talkative, Lyc. 1319, AP 4.1.13 (Mel.), 12.136.
λά̆ληθρος -ον [λαλέω] loquacious, talkative Lyc. 1319 AP 12.136.3 etc.
λάληθρος, ος, ον [ᾰ] bavard, Lyc. 1319 ; Anth. 12, 136.
Étym. λαλέω.
λάληθρος, ον, geschwätzig ; θῆλυ γένος Ep.adesp. 33 (XII.136); κίσσα Lycophr. 1319 ; B.A. 50 erkl. λάλος καὶ διὰ τοῦ λαλεῖν κακουργῶν.
λάληθρος, ον
- talkative, Anth.