About
Menu

λαλοβαρυπαραμελορυθμοβάτας

λᾰλοβᾰρῠπαραμελορυθμοβάτας [λάλος, βαρύς, παρά, μέλος, ῥυθμός, βαίνω] Dor. one who chatters in a deep voice, going against melody and rhythm , com. adj. Prat. 1.12 (v.l.; λαλοβαρύοπα παραμελορυθμοβάταν edd.).

Saved

Recent