λαλητικός
λαλητικός, given to babbling
λᾰλ-ητικός, ή, όν,
- given to babbling, Ar. Eq. 1381.
λᾰλητικός -ή -όν [λαλητός] chatty Aristoph. Eq. 1381.
λαλητικός, ή, όν [ᾰ] qui parle volontiers ou facilement, Ar. Eq. 1381.
Étym. λαλέω.
λαλητικός, zum Schwatzen geschickt, schwatzhaft, Ar. Eq. 1381.
λαλητικός
λᾰλητικός, ή, όν
λαλέω
- given to babbling, Ar.