Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λαλύνει
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λαλάζω
λάλαξ
λαλαχεύομαι
λαλέω
λάλη
λάληθρος
λάλημα
λάλησις
λαλητέος
λαλητικός
λαλητός
λαλητρίς
λαλιά
λαλία
λαλιός
λάλιος
λαλιότης
λαλίς
λαλίστατος
λαλίστερος
Λαλίχμιον
λάλλαι
λάλλη
λαλλοῦσα
λαλοβαρύοψ
λαλοβαρυπαραμελορυθμοβάτας
λαλοβαρυπαραμελορυθμοβάτης
λαλόεις
λάλος
Λάλος
λαλύνει
λᾶμα
λαμά
Λάμαξις
Λαμαχίππιον
λάμαχος
Λάμαχος
λάμβα
λαμβάνω
Λαμβάται
λαμβδ-
λάμβδα
λαμβδακισμός
λαμβδοειδής
Λάμεχ
Λαμητικός
Λαμητικὸς κόλπος
Λαμήτιος
Λάμητος
Λάμια
λάμια
λαμία
Λαμία
Λαμιακός
Λαμίας
Λαμιεύς
Λάμιος
Λάμις
Λαμίσκη
Λαμίσκος
λᾶμμα
…
λαλύνει
Save
LSJ
λαλύνει·
πάσσει, πατεῖ,
Hsch.
λάμας·
μύξας,
Id.
(Cf.
λήμη
:
λαμάς· μῦς
cod.)
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}