στυφελώδης Save LSJ Bailly 2024 Pape στῠφελ-ώδης, ες, = στυφελός, Q.S. 12.449. στυφελώδης, ης, ες [ῠ] c. le préc. Q. Sm. 12, 449. Étym. στυφελός, -ωδης. στυφελώδης, ες, = στυφελός, Qu.Sm. 12.449.