στυπτήριος
στυπτήριος, treated with alum
στυπτήρ-ιος, α, ον,
- treated with alum, φῦκος PHolm. 16.32.
στυπτήριος, α, ον, astringent ; subst. ἡ στυπτηρία, ας (s. e. γῆ) alun (litt. terre astringente) Hdt. 2, 180 ; T. Locr. 99d ; Hpc. 877, etc. ||
➳ Ion. -ίη, Hdt. Hpc. ll. cc.
Étym. στύφω.
στυπτήριος, = στυπτικός ; Hippocr.; φύσις, Arist. H.A. 5.15.