στυφελιγμός
στυφελιγμός, ill-usage, abuse
στῠφελ-ιγμός, ὁ,
- ill-usage, abuse, Ar. Eq. 537 (pl.).
στυφελιγμός, οῦ (ὁ) [ῠ] mauvais traitement, Ar. Eq. 537.
Étym. στυφελίζω.
στυφελιγμός, ὁ, = στυφελισμός, Ar. Eq. 535 ὀργὰς ὑμῶν ἠνέσχετο καὶ στυφελιγμούς, Schol. λοιδορίαι, ὕβρεις.
στυφελιγμός
στῠφελιγμός, οῦ, ὁ,
- ill-usage, abuse, Ar. from στῠφελός