στυππειοπώλης
στυππειοπώλης, a dealer in oakum (coarse fibre)
στυππειο-πώλης, ου, ὁ,
- dealer in oakum, Ar. Eq. 129, Critias 70D., IG 2(2).1570.24, 1572.8.
στυππειο·πώλης, ου (ὁ) marchand d’étoupes, Ar. Eq. 129.
Étym. στυππεῖον, πωλέω.
στυππειοπώλης, = στυπειοπώλης.
στυππειοπώλης
στῡππειο-πώλης, ου, ὁ,
πωλέω
- a dealer in oakum, Ar.