φωνητήριος
φωνητήριος, of speech
Could not find φωνητηρίων in Logeion dictionaries.
φωνητηρίων Adjective: feminine genitive plural, Adjective: masculine genitive plural, Adjective: neuter genitive plural of φωνητήριος
φων-ητήριος, α, ον,
- = φωνητικός, φ. ὄργανα organs of speech, Str. 14.2.28, cf. Poll. 2.114; φ. ὄργανον Ph. 1.28.
φωνητήριος, = φωνητικός, φωνητήρια ὄργανα, Sprachwerkzeuge, Sp.